Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Έκρηξη χρώματος στα αρχαία γλυπτά


Οι θεοί που απεικονίζονταν στα αγάλματα των αρχαίων Ελλήνων και κατοικούσαν στην αγορά και στους ναούς φορούσαν πολύχρωμα ρούχα και αξεσουάρ και κοίταζαν τους διερχoμένους με έντονο καστανό βλέμμα
.
Τα λευκά μαρμάρινα αρχαία αγάλματα που βλέπουμε σήμερα στα μουσεία μας τελικά δεν ήταν λευκά. Τουλάχιστον όχι στην ελληνιστική περίοδο, όχι στη Δήλο.
Αυτό υποστηρίζει μια νέα μελέτη γύρω από την πολυχρωμία των αρχαίων γλυπτών που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ενός προγράμματος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής και του Κέντρου Ερευνών και Αποκατάστασης των Μουσείων της Γαλλίας, με τη συνδρομή των ελληνικών αρμοδίων φορέων.
Η έρευνα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όχι μόνο για τα ευρήματά της αλλά και για την πρωτότυπη μεθοδολογία που εισήγαγε....

«Ακριβώς οι μέθοδοι που εφαρμόστηκαν μας επέτρεψαν να ανακαλύψουμε νέα αποτελέσματα» εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα» οΦιλίπ Ζοκέ, καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού και διευθυντής του Τμήματος Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Προβάνς, ο οποίος ηγήθηκε του προγράμματος μαζί με την Μπριζίτ Μπουρζουά του Κέντρου Ερευνών και Αποκατάστασης των Μουσείων της Γαλλίας. «Το πρόγραμμα συνδύασε διάφορες τεχνολογίες αιχμής, τόσο στο επίπεδο της παρατήρησης των υπολειμμάτων χρώματος ή χρυσού όσο και σε αυτό της ανάλυσης- στο να αναλύσουμε σε πρώτη φάση αυτά τα χρώματα και στη συνέχεια να τα αποκαταστήσουμε σε τρισδιάστατη απεικόνιση» .

Εδώ και περίπου έναν αιώνα αρκετοί αρχαιολόγοι είχαν παρατηρήσει υπολείμματα χρωμάτων στα ελληνιστικά αγάλματα της Δήλου, η διαθέσιμη τεχνολογία όμως δεν επέτρεπε ως τώρα μια καλύτερη εξέτασή τους. Η πρώτη καινοτομία που εισήγαγαν οι δυο γάλλοι ερευνητές ήταν η χρήση του βιντεομικροσκοπίου, ενός οπτικού μικροσκοπίου το οποίο, αν και ήταν γνωστό από την αποκατάσταση έργων τέχνης, δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε αρχαία γλυπτά.

Η τεχνική αποδείχθηκε εντυπωσιακά βοηθητική.«Τα πλεονεκτήματά της είναι πολλά»εξηγεί ο κ. Ζοκέ.«Προσφέρει μεγάλη ευχέρεια κινήσεων και επιτρέπει την παρατήρηση της επιφάνειας των αγαλμάτων επί τόπου, χωρίς μετακίνηση ή δειγματοληψία, σαν να ανιχνεύει κανείς έναν αρχαιολογικό χώρο».Μόλις οι ερευνητές δουν στην οθόνη κάτι που μοιάζει με υπόλειμμα χρώματος έχουν τη δυνατότητα να μεγεθύνουν την εικόνα ως και 175 φορές. «Φθάνει σχεδόν στη δομή του χρώματος, στη σύσταση του υλικού του»λέει ο αρχαιολόγος. «Για παράδειγμα, είδαμε αμέσως ότι το μοβ που παρατηρούσαμε με γυμνό μάτι αποτελούνταν από δύο χρώματα, από αιγυπτιακό μπλε αναμεμειγμένο με μια ροζ χρωστική που νομίζουμε ότι είναι από ερυθρόδανο».

Οι ερευνητές εξέτασαν με αυτόν τον τρόπο περισσότερα από 100 γλυπτά, στη Δήλο και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, επί μία δεκαετία.«Το έργο ήταν μακρόχρονο, μας έδωσε όμως σημαντικά αποτελέσματα»λέει ο κ. Ζοκέ. «Οπως διαπιστώσαμε, ολόκληρη η επιφάνεια των αγαλμάτων είχε υπολείμματα χρώματος ή χρυσού. Ακόμη και σημεία που φαίνονταν σαν λεκέδες ήταν τελικά χρώμα».

Το φάσμα της πολυχρωμίας
Το οπτικό μικροσκόπιο κατόρθωσε να «χαρτογραφήσει» την παρουσία χρωμάτων και χρυσού στην επιφάνεια των αγαλμάτων, δεν ήταν όμως σε θέση να προσφέρει την επιστημονική τεκμηρίωση που απαιτείται για την ταυτοποίησή τους. Για να γίνει αυτό χρειάζονται ειδικές αναλύσεις στο εργαστήριο οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν δυνατές, εφόσον στη μεγάλη πλειονότητά τους τα υπολείμματα ήταν απειροελάχιστα. Εδώ ανέλαβε ένας έλληνας ειδικός, ο Ανδρέας Καρύδας, ερευνητής Β Δ του Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής του Εθνικού Κέντρου Ερευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», ο οποίος εισήγαγε τη δεύτερη πρωτοτυπία της έρευνας, εφαρμόζοντας, για πρώτη φορά σε αρχαία γλυπτά και για την εξέταση της πολυχρωμίας τους, την τεχνική της φθορισιμετρίας ακτίνων Χ. «Η καινοτομία της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε»εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα»«έγκειται στον συνδυασμό των τεχνικών. Η φθορισιμετρία ακτίνων Χ δεν θα μπορούσε να εντοπίσει από μόνη της την παρουσία του χρώματος αν τα σημεία δεν είχαν προηγουμένως υποδειχθεί από την παρατήρηση με το οπτικό μικροσκόπιο».

Χρησιμοποιώντας ένα πρωτότυπο φασματόμετρο που έχει αναπτυχθεί εξ ολοκλήρου στο Ινστιτούτο Πυρηνικής Φυσικής του Ε.Κ.Ε.Φ.Ε »Δημόκριτος», ο κ. Καρύδας συνέβαλε στην ταυτοποίηση των περισσότερων από τις ανόργανες χρωστικές που ανιχνεύτηκαν με βάση το φάσμα που εκπέμπουν όταν ακτινοβολούνται με ακτίνες Χ.«Η μέθοδος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και δίνει άμεσα αποτελέσματα, βλέπει κανείς τα φάσματα στην οθόνη του υπολογιστή και βάσει αυτών μπορεί, τις περισσότερες φορές, να περιγράψει τη φύση της χρωστικής»επισημαίνει ο κ. Ζοκέ. Τα χρώματα που εντοπίστηκαν ήταν πολλά, από το αιγυπτιακό μπλε (γνωστό και ως κύανος) και το λευκό του μολύβδου ως τις κίτρινες και κόκκινες ώχρες, τον πράσινο μαλαχίτη και την πράσινη γη.

Μια έκπληξη για τους ειδικούς ήταν η ανίχνευση μιας χρωστικής με βάση το ορυκτό βαναδινίτης. «Είναι γνωστή χρωστική αλλά πολύ σπάνια. Εχει βρεθεί σε άλλα ελληνιστικά αντικείμενα, και συγκεκριμένα σε στήλες από την Αλεξάνδρεια που βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου» λέει ο κ. Καρύδας.«Ποτέ ως τώρα όμως»διευκρινίζει ο κ. Ζοκέ«δεν είχε βρεθεί σε γλυπτά, ούτε υπήρχαν σχετικές αναφορές». Το χρώμα που ήθελαν οι αρχαίοι καλλιτέχνες να επιτύχουν με αυτήν ήταν μάλλον ένα έντονο, φωτεινό κίτρινο.«Το χρησιμοποιούσαν στις πτυχώσεις του μανδύα προς τα κάτω, σαν μια από τις λωρίδες στο τελείωμα»εξηγεί ο κ. Καρύδας«και είναι ενδιαφέρον γιατί δείχνει μια προσοχή στη λεπτομέρεια. Δεν έβαζαν για παράδειγμα μια κίτρινη ώχρα, που είναι πιο μουντή. Δεν έκαναν συμβιβασμούς προκειμένου να αποδώσουν το αποτέλεσμα που ήθελαν» .

Χρυσός σε φύλλα
Το άλλο εντυπωσιακό εύρημα του έλληνα ερευνητή ήταν η ποιότητα και το πάχος των υπολειμμάτων του χρυσού, τα οποία μαρτυρούν εξαιρετικά εξελιγμένες τεχνικές κατεργασίας και επιχρύσωσης. Ολα αποτελούν πολύ «καθαρά» κράματα, με περιεκτικότητα πλέον του 97,5% χρυσού, περίπου 1,5% αργύρου και ελάχιστου χαλκού, ενώ το πάχος τους είναι μόλις μερικά μικρόμετρα, συνήθως τέσσερα- πέντε, αλλά ορισμένες φορές δύο ή και ένα.«Το ότι βρέθηκε χρυσός, και μάλιστα εμπλουτισμένος, δεν ήταν έκπληξη, το περιμέναμε» λέει ο κ. Καρύδας«Αυτό που μας έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση ήταν το πάχος του φύλλου του χρυσού. Το να φτιάχνεις και να τοποθετείς φύλλα της τάξης του ενός ή των τεσσάρων μικρομέτρων, των τεσσάρων χιλιοστών του χιλιοστού δηλαδή, είναι πολύ ντελικάτη δουλειά» .

Ο χρυσός εντοπίστηκε στα πιο εκλεπτυσμένα και «πολυτελή» σημεία των αγαλμάτων, αλλά κάποιες φορές φαίνεται να καλύπτει εξ ολοκλήρου τα γυμνά μέρη του σώματος. «Σε ορισμένα αγάλματα»λέει ο κ. Ζοκέ«τα ρούχα, τα υφάσματα, είναι χρωματισμένα αλλά το σώμα είναι επιχρυσωμένο με φύλλο χρυσού. Εγώ προτείνω για αυτά την ονομασία χρυσόχρωμα». Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις το πολύτιμο μέταλλο φαίνεται να επιλέγεται για να υποστηρίξει την αντιγραφή. «Ο Διαδούμενος»εξηγεί ο ερευνητής«το μαρμάρινο αντίγραφο του έργου του Πολυκλείτου, ήταν εντελώς επιχρυσωμένος. Μάλλον για να μιμηθεί το πρωτότυπο, που ήταν χάλκινο. Κάποιος πλούσιος της εποχής φαίνεται ότι είχε παραγγείλει ένα αντίγραφο του περίφημου αυτού κλασικού έργου καιγια να μιμηθεί τον χαλκό, που τότε δεν ήταν πατιναρισμένος, πράσινος,αλλά είχε ακόμη κίτρινο χρώμα, ο καλλιτέχνης κάλυψε το μάρμαρο με χρυσό».

Η τελική αποκατάσταση
Η φθορισιμετρία ακτίνων Χ μπορεί να διαγνώσει μόνο τις ανόργανες χρωστικές και όχι αυτές που έχουν οργανική προέλευση. Με την ταύτιση των τελευταίων ασχολήθηκε μια άλλη ελληνίδα ειδικός, η Χαρίκλεια Μπρεκουλάκη, ερευνήτρια του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και μέλος του Προγράμματος Βορείου Ελλάδας του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας. «Με τη βοήθειά της»εξηγεί ο κ. Ζοκέ«μπορέσαμε να καθορίσουμε τη στρωματογραφία των χρωμάτων». Εδώ απαιτήθηκε η λήψη μικρών δειγμάτων, τα οποία εξετάστηκαν από το ελληνικό Ίδρυμα Ορμυλία και το ιταλικό Ινστιτούτο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Πληροφορίας (ΙSΤΙ) του Πανεπιστημίου της Πίζας, κυρίως με τεχνικές χρωματογραφίας αέριας φάσης και φασματογραφίας μάζας, προκειμένου να διαπιστωθεί η μοριακή δομή τους.

Η αναπαράσταση των αγαλμάτων σε τρισδιάστατη απεικόνιση έγινε από το Visual Computing Lab του ιταλικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών, γνωστό, μεταξύ άλλων, για τη συνεργασία του στην αποκατάσταση του Δαβίδ του Μιχαήλ Αγγελου. Τέλος, η εφαρμογή των χρωμάτων στις ασπρόμαυρες τρισδιάστατες απεικονίσεις, σύμφωνα με τις υποδείξεις των αρχαιολόγων, έγινε από τηΦαμπρισιά Φοκέ, γαλλίδα αρχιτέκτονα που ειδικεύεται στον χρωματισμό τρισδιάστατων αρχαιολογικών εικόνων. Τα πλήρη αποτελέσματα της έρευνας θα κυκλοφορήσουν σε βιβλίο από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, πιθανότατα στα τέλη του 2010.

Γλυπτά σαν πίνακες
«Από τα βασικά ευρήματά μας δεν ήταν μόνο η απόλυτη παρουσία των χρωμάτων και της επιχρύσωσης αλλά και οι εξαιρετικά εξελιγμένες τεχνικές, τόσο στη σύνθεση όσο και στην εφαρμογή των χρωμάτων» λέει ο κ. Ζοκέ. Το μάρμαρο καλυπτόταν εξ ολοκλήρου με ένα υπόστρωμα από λευκό μολύβδου (κοινώς, στουπέτσι), μάλλον σαν «αστάρι», για να εξομαλυνθεί η επιφάνεια και να στερεωθεί το χρώμα. Εν συνεχεία το χρώμα εφαρμοζόταν σε στρώσεις ενώ στις επιχρυσώσεις επάνω από το λευκό υπήρχε μια στρώση κίτρινης ώχρας στην οποία τοποθετούνταν τα φύλλα χρυσού. Η γκάμα των χρωμάτων ήταν εντυπωσιακή:«Βρήκαμε χρώματα καθαρά, όπως η ώχρα, χρώματα σε μείγματα, όπως οι διάφορες αποχρώσεις του γαλάζιου ή το ροζ, αλλά και χρώματα που δημιουργούνται από την αλληλοεπικάλυψη άλλων χρωμάτων»συμπληρώνει.

Τα ευρήματα των αρχαιολόγων μαρτυρούν μια τέχνη ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη. Τα γλυπτά φαίνονται να έχουν ζωγραφιστεί σαν ζωγραφικοί πίνακες, με φωτοσκιάσεις, αντιθέσεις, διαβαθμίσεις του χρώματος. «Το χρώμα δεν είναι ποτέ απλό. Δεν χρωμάτιζαν σαν να βάφουν ένα τοίχο, δεν ήταν “μπογιατζήδες” αλλά πραγματικοί ζωγράφοι»εξηγεί ο κ. Ζοκέ, προσθέτοντας ότι κατά τη γνώμη του ορισμένες σύγχρονες αποκαταστάσεις που παρουσιάζουν τα αρχαία γλυπτά με «άγρια» χρώματα δεν είναι ακριβείς.

Επίσης η πανταχού παρουσία του χρώματος υποδηλώνει ότι ένα γλυπτό «γυμνό», με εμφανές το λευκό του μάρμαρο, ήταν ημιτελές.«Συχνά σκέφτομαι»λέει ο αρχαιολόγος «ότι αν ένας Έλληνας του 2ου αιώνα π.Χ. επισκεπτόταν σήμερα ένα μουσείο, στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Λονδίνο ή αλλού, και έβλεπε όλα αυτά τα λευκά γλυπτά θα έλεγε μα, δεν είναι δυνατόν, είναι όλα ατελείωτα, πρέπει να τα ζωγραφίσουν».

Ο ζωγράφος ερχόταν λοιπόν να ολοκληρώσει τη δουλειά του γλύπτη, διαμορφώνοντας με την τέχνη του την τελική εμφάνιση του έργου. Όπως τονίζει ο ερευνητής, έχουμε ήδη την περίφημη αναφορά του Πλίνιου του πρεσβύτερου ο οποίος λέει στη «Φυσική Ιστορία» του ότι ο Πραξιτέλης θεωρούσε πιο επιτυχημένα τα γλυπτά του που είχε ζωγραφίσει ο ζωγράφος Νικίας.«Από τον 4ο αιώνα π.Χ. υπήρχε μια στενή συνεργασία ανάμεσα στον γλύπτη και στον ζωγράφο, έναν διάσημο γλύπτη και έναν διάσημο ζωγράφο» λέει.

Σημαίνουν τα ευρήματα της Δήλου ότι η πολυχρωμία των γλυπτών ήταν εξίσου πλούσια και διαδεδομένη στην κλασική εποχή;«Επιστημονικά είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι αυτό παρατηρείται στη Δήλο, στα ελληνιστικά γλυπτά της Δήλου, και αυτό είναι»απαντά ο κ. Ζοκέ. «Τώρα αν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε πάντοτε, εγώ πιστεύω πως ναι. Αυτό όμως δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο, είναι η γνώμη μου. Για να τεκμηριωθεί, χρειάζονται περισσότερες έρευνες» .

tovima