Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Ο πόλεμος της Τουρκίας εναντίον της πολιτισμικής παράδοσης της Κύπρου



Λίγο μετά τη τουρκική εισβολή στη Κύπρο το 1974, η οροφή του ιερού ναού του Αγίου Ανδρόνικου κατέρρευσε. Κανένας δεν μάζεψε τα χαλάσματα τα οποία και συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι σήμερα, καλυμμένα πλέον από διάφορες πρασινάδες. Στέκομαι λοιπόν επάνω σε αυτά, και παρατηρώ τους τοίχους, που ήταν κάποτε διάσημοι για τη ζωγραφική τους, να είναι σήμερα ασβεστωμένοι και γεμάτοι από γκράφιτι. Σε μερικά σημεία ακόμη διακρίνονται κάποιες ζωγραφιστές φιγούρες, όπως των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, με τα πρόσωπά τους σκαλισμένα, και τα κορμιά τους γεμάτα από τα σημάδια που άφησαν οι σφαίρες.

Το ναό αυτό τον ανακάλυψα κοντά στο σημείο διέλευσης του Αγίου Δημητρίου στη πράσινη γραμμή που χωρίζει τη Κύπρο σε δύο τελείως διαφορετικά μεταξύ τους μέρη: την ελεύθερη περιοχή της νήσου, και το υπόλοιπο 1/3 του κάποτε ανεξάρτητου κράτους, που οι Τούρκοι κατέλαβαν το 1974. Από τότε, η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει παρανόμως τη περιοχή, μετατρέποντάς την σε ένα αποσχιστικό κράτος, που αποκαλείται Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου (TRNC) , και που μόνο η ίδια η Τουρκία αναγνωρίζει. Οι χορταριασμένοι ναοί, είναι συνηθισμένο θέαμα εδώ. Όπως παρατηρεί ο δημοσιογράφος Michael Jansen, η βόρεια Κύπρος, γεμάτη από 12.000 ιστορίας ως σταυροδρόμι της Μεσογείου, σήμερα μοιάζει με «πολιτισμική έρημο».
Στη διάρκεια, και λίγο μετά την εισβολή, όλα τα μουσεία και οι ιδιωτικές συλλογές που βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά του νησιού λεηλατήθηκαν. Τα διάφορα καλλιτεχνήματα κάηκαν, κλάπηκαν ή εξήχθησαν παρανόμως από τη χώρα. 21 αρχαιολογικοί τόποι κατελήφθησαν, μαζί με περισσότερα από εκατό σημεία όπου διεξάγονταν ανασκαφές, 4 κάστρα, και περισσότεροι από 500 ναοί, μοναστήρια και εκκλησίες, πολλά εξ αυτών από την βυζαντινή εποχή (4ος -15ος αιώνας). Από αυτούς τους ναούς αφαιρέθηκαν σημαντικές εικόνες, μωσαϊκά, ψηφιδωτά, ξυλόγλυπτα, Βίβλοι, ασημένια και χρυσά σκεύη, και άλλα πολλά. Υπολογίζεται, πως τουλάχιστον 16.000 εικόνες έχουν χαθεί. Μέσα από τα διεθνή δικαστήρια, τόσο η κυβέρνηση της Κύπρου όσο και η Εκκλησία της, προσπαθούν εδώ και χρόνια να επαναπατρίσουν, με κάποιες μεγάλες επιτυχίες, μερικά από αυτά τα αριστουργήματα. Όμως η λίστα των κατεστραμμένων αντικειμένων αλλά και τοποθεσιών, όλο και μεγαλώνει. Όσο συνεχίζεται η κατοχή, τόσο αυξάνεται και η καταστροφή, είτε από αμέλεια, είτε από πρόθεση, είτε από έλλειψη πόρων. Πολλά από αυτά που καταστράφηκαν στο βορρά δεν είναι επισκέψιμα, καθώς βρίσκονται ήδη σε άλλες χώρες, ή καταστράφηκαν τελείως, όμως τουλάχιστον προς το παρόν, 500 περίπου θρησκευτικά χτίσματα συνεχίζουν να στέκονται όρθια. Παραμένουν σαν μάρτυρες ενός παρελθόντος που φθίνει, καθώς ένας νέος τουρκικός πολιτισμός αρχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά. Η άνοδος αυτού του νέου πολιτισμού, επικουρείται και από την εισροή Τούρκων εποίκων, που σήμερα είναι διπλάσιοι σε αριθμούς από τους γηγενείς τουρκοκυπρίους. Αυτή η πολιτισμική μετατόπιση είναι εμφανής ακόμη και στα καφενεία, όπου προτιμάται το μαύρο τσάι σε φλιτζάνια με σχήμα τουλίπας, όπως ακριβώς αυτό που σερβίρεται και στη Κωνσταντινούπολη. Τα τοπωνύμια είναι πλέον τούρκικα, και οι σημαίες των δυο χωρών βρίσκονται παντού, από τα βουνά ως τα πίσω τζάμια των φορτηγών. Μια ακόμη ένδειξη αυτής της μετατόπισης φαίνεται καθαρά στους ναούς, που μαζί με τα κοιμητήρια, είναι τα στοιχεία εκείνα της ελληνοκυπριακής κληρονομιάς που υπέστησαν τα χειρότερα εξαιτίας της κατοχής. Αποκομμένα πλέον από το ρόλο τους ως οίκοι χριστιανικής λατρείας, οι ναοί αυτοί είναι σήμερα είτε ερείπια, είτε χώροι αλλότριων δραστηριοτήτων.
Τα περισσότερα από τα 500 αυτά κτίσματα, ανήκουν στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της νήσου, την οποία ίδρυσε το 46 μ.Χ. ο Άγιος Βαρνάβας, και που κέρδισε το αυτοκέφαλο της το έτος 431. Τα υπόλοιπα ανήκουν στους καθολικούς, Μαρονίτες, Αρμένιους, και Αγγλικανούς. Μερικά είναι εβραϊκές συναγωγές. Σχεδόν όλα είναι επισκέψιμα. Όμως περίπου 50 από αυτά δεν είναι, μια και βρίσκονται στα όρια της ουδέτερης ζώνης που επιτηρείται από τον ΟΗΕ, ή σε τουρκικά στρατόπεδα, όπου χρησιμοποιούνται ως στρατώνες, νοσοκομεία, καφετερίες, και αποθήκες.
Πάνω από το 1/5 των ναών της βόρειας Κύπρου, είναι χωρίς σκεπή, και έχουν αδειάσει από τα διάφορα τεχνουργήματα τους, έχοντας αφεθεί στο έλεος των στοιχείων της φύσης και των διάφορων ζώων. Περίπου 80 εκκλησίες χρησιμοποιούνται σήμερα ως τζαμιά. Μερικά είναι ταπεινά, με σεντόνια να καλύπτουν τα πρώην εικονοστάσια. Άλλα είναι πλούσια, με πολυποίκιλτους κρυστάλλινους πολυέλαιους. Οι περισσότεροι ναοί έχουν πλέον αποκτήσει διαφορετικό ρόλο από αυτό για τον οποίο είχαν αρχικά χτιστεί. Μερικοί είναι γκαράζ, πολυτελή ξενοδοχεία, σιταποθήκες, αποθηκευτικοί χώροι για έπιπλα, πατάτες και σανό, αίθουσες διδασκαλίας, μπαράκια, καφενεία και στούντιο καλλιτεχνών. Ένας είναι νεκροτομείο. Μερικοί ναοί, όπως αυτός της Μονής του Αγίου Βαρνάβα, έχουν μετατραπεί σε γκαλερί με ασβεστωμένους τοίχους, όμως τα έργα που κρέμονται σε αυτούς δεν ανήκουν εκεί, είναι σχετικά χαμηλής αξίας, και είναι νέα σε ηλικία (19ος και 20ος αιώνας). Από όλα τα χριστιανικά κτίσματα στη Βόρεια Κύπρο, μόνο τρία έχουν διατηρηθεί, τουλάχιστον στην όψη, ως εκκλησίες. Οι διάφοροι περιορισμοί όμως που ισχύουν, δεν επιτρέπουν στους χριστιανούς του βορρά να τους χρησιμοποιήσουν ως τόπους λατρείας χωρίς να παρενοχληθούν από τις τουρκικές αρχές.
Η ιστορία της μετατροπής ναών σε τζαμιά και τζαμιών σε ναούς, και της χρήσης ναών για κοσμικούς σκοπούς, είναι μια παλιά ιστορία. Όμως ο ισχυρισμός πως τα θρησκευτικά κτίρια και η τέχνη που περιέχουν, είναι απλά λάφυρα πολέμου, δεν ισχύει. Στη σημερινή Ευρώπη, η πολιτισμική περιουσία θεωρείται προστατευόμενη. Σύμφωνα με το Διεθνές Δικαστήριο για τη πρώην Γιουγκοσλαβία, και τη συνθήκη της Ρώμης του εν λόγω Δικαστηρίου, η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς θεωρείται έγκλημα πολέμου. Πέραν αυτού, η Ε.Ε. έχει βγάλει αρκετές οδηγίες σε θέματα πολιτιστικής περιουσίας, με τις οποίες η Τουρκία θα πρέπει να συμμορφωθεί αν τυχόν μπει ποτέ στην Ε.Ε. (Σημειωτέον, πως ένας από τους όρους που έθεσε η Ε.Ε. για την ένταξη της Τουρκίας, είναι η επίλυση του κυπριακού ζητήματος, π.χ. η επανένωση του νησιού). Το περασμένο καλοκαίρι, η αμερικανική Επιτροπή του Ελσίνκι, που επιτηρεί τη συμμόρφωση των χωρών μελών στις συμφωνίες του Ελσίνκι, δημοσίευσε μια 50σέλιδη αναφορά προς το κογκρέσο, σχετικά με τη κατάσταση της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς της Κύπρου, λέγοντας πως «κινδυνεύει», και πως «σύμφωνα με το συμβατικό και εθιμικό δίκαιο, η Τουρκία ως κατοχική δύναμη, φέρει την απόλυτη ευθύνη για οποιεσδήποτε ενέργειες που στρέφονται εναντίον της κληρονομιάς αυτής». Αναφέρει επίσης μια πλειάδα τουρκικών παραβιάσεων επί του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μεταπολεμικά και τα άρθρα του οποίου συνυπέγραψε και η Άγκυρα.
Αν και υπάρχει αισιοδοξία για τη προσπάθεια επανένωσης της Κύπρου μέσω της διπλωματικής οδού, η εκκλησία της Κύπρου που παρέμεινε ανεξάρτητη σε κάθε πολιτική κυριαρχία, πιστεύει πως έχει μια ιδιαίτερη και φυσική υποχρέωση απέναντι στη θρησκευτική της κληρονομιά. Η κληρονομιά όμως αυτή καταρρέει, μαραζώνει σε σημασία καθώς οι διπλωμάτες που επεξεργάζονται λύσεις είναι περισσότερο απασχολημένοι με ζητήματα ιδιοκτησίας και διακυβέρνησης, που θεωρούνται πιο επείγοντα. Η εκκλησία δεν έχει τη προσοχή που χρειάζεται. Όμως ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ΙΙ, παίρνει σημαντικά μέτρα προκειμένου να διασώσει την εκκλησιαστική περιουσία που κατασχέθηκε από τη κατοχική δύναμη. Και υπενθυμίζει συνεχώς στην Ε.Ε. πως η Τουρκία απέχει ακόμη πολύ από το να συμβαδίζει με τις πολιτικές της Ένωσης.
Πέρσι το Πάσχα, ο αρχιεπίσκοπος εγκαινίασε γραφεία στις Βρυξέλλες, δίπλα στο αρχηγείο της Ε.Ε. Όταν τον συνάντησα στο γραφείο του στη Λευκωσία, μου είπε όλος χαρά, πως στο γραφείο των Βρυξελλών θα υπάρχει πάντα ένας επίσκοπος για να καλωσορίζει τους ευρωβουλευτές και να «προβάλλει τις προσπάθειές μας». Με αυτό τον τρόπο, ο Χρυσόστομος ελπίζει μα ασκήσει κάποια πίεση «…με την ελπίδα πως θα διασωθούν όλα τα μνημεία, πριν είναι αργά». 38 από αυτά βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ολικής κατάρρευσης. Και όπως λέει: «Μου φαίνεται πως η Ευρώπη αγνοεί τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος».
Ο Χρυσόστομος είναι ειλικρινής αναφορικά με την ανάμιξή του στη πολιτική. Γνωρίζει πως η κυβέρνηση αντιδρά, και όπως λέει, «Κάλεσα τον πρόεδρο Χριστόφια να έρθει στα εγκαίνια στις Βρυξέλλες, αλλά δεν ήρθε…». Με σκοπό τη δημοσιοποίηση των θεμάτων της, η εκκλησία ανέθεσε σε έναν βυζαντινολόγο του πανεπιστημίου της Πάτρας, να καταγράψει όλα τα θρησκευτικά μνημεία των κατεχομένων. Η εργασία ξεκίνησε το 2003, όταν η πράσινη γραμμή άνοιξε για λίγο, και μάλιστα η Επιτροπή του Ελσίνκι συμβουλεύτηκε τον εν λόγω επιστήμονα προκειμένου να συντάξει την αναφορά της προς το αμερικανικό κογκρέσο.
Πολλές απόπειρες καταγραφής των μνημείων, έχουν γίνει και στο παρελθόν από ξένους δημοσιογράφους, ακόμη και τουρκοκύπριους. Η πρώτη απόπειρα έγινε το 1975, και ήταν της UNESCO, μπήκε όμως στα συρτάρια καθώς η ίδια η UNESCO τη θεώρησε πολύ «καταδικαστική», (πρόσφατα δόθηκε στη δημοσιότητα με πολλούς όμως περιορισμούς πρόσβασης). Ο Καναδός Jacques Dalibard, που τη συνέταξε, δεν είχε καν την άδεια να προσεγγίσει πολλά από τα μνημεία. Παρόλα αυτά έγραψε, πως ολόκληρη η Κύπρος θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως ένα τεράστιο μνημείο, και πως μια ομάδα ειδικών, θα πρέπει να οριστεί ως μόνιμος προστάτης της ελληνικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα εδάφη. Οι προτάσεις του αγνοήθηκαν.
Τα τελευταία 5 χρόνια, 15 εκκλησίες έχουν κατεδαφιστεί. Αυτή η καταστροφή είναι απογοητευτική, ειδικά αφού από το 2007, υπάρχει μια ειδική επιτροπή Ελλήνων και Τούρκων Κυπρίων, με βασικό σκοπό τη συντήρηση και αναπαλαίωση της πολιτιστικής παράδοσης και των δυο πλευρών. Όσο όμως η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη, αυτού του είδους οι επιτροπές εξαρτώνται από τη καλή θέληση και μόνο των αρμόδιων των δυο πλευρών, όσον αφορά στην αποκατάσταση των ζημιών σε κτίρια της άλλης πλευράς. Κάποιες καταστροφές έγιναν και νοτίως της πράσινης γραμμής, κυρίως στα χρόνια πριν την εισβολή, όταν οι δυο πλευρές πολεμούσαν μεταξύ τους, και οι τουρκοκύπριοι ως μειονότητα υφίσταντο τη περισσότερη βία. Η εκκλησία όμως, καθώς και η κυπριακή Δημοκρατία, έχουν κάνει σοβαρές προσπάθειες ξοδεύοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να αποκαταστήσουν τις ζημιές. Ελπίζοντας μάλλον σε μια ανταποδοτική κίνηση καλής θέλησης από πλευράς της κατοχικής κυβέρνησης της Β. Κύπρου. Μέχρι σήμερα, 17 ιστορικά τεμένη που καταστράφηκαν από λεηλασίες των ελληνοκυπρίων, έχουν ανακαινιστεί. Το 2000 ξεκίνησε πρόγραμμα αποκατάστασης και προστασίας όλων των μουσουλμανικών μνημείων της νότιας πλευράς της μεγαλονήσου. Η Εφορία αρχαιοτήτων τα έχει καταγράψει, και τα περιφρουρεί έως ότου ανακαινιστούν πλήρως. Το έργο θα ολοκληρωθεί μέσα στο 2010.
Σε μια πρόσφατη συνάντηση που έλαβε χώρα με πρωτοβουλία της Ε.Ε., ο αρχιεπίσκοπος βρέθηκε με τον μουφτή των κατεχομένων και είπε πως ευχαρίστως θα τον φιλοξενούσε αν αυτός ήθελε να επισκεφτεί τις μουσουλμανικές τοποθεσίες της νότιας Κύπρου. Αν ο μουφτής δεν μείνει ικανοποιημένος με κάποια τοποθεσία, τότε «…η εκκλησία θα αναλάβει όλα τα έξοδα αποκατάστασης». Ως αντάλλαγμα, ο αρχιεπίσκοπος ζήτησε από τον μουφτή να μεσολαβήσει ώστε να επιτραπεί στους Έλληνες να περάσουν στα κατεχόμενα και να αποκαταστήσουν τους ναούς τους με δικά τους λεφτά. Ο μουσουλμάνος κληρικός απέρριψε τη πρόταση, και αντιπρότεινε να αποκαθίσταται ένας ναός στο βορρά για κάθε τζαμί που αποκαθίσταται στο νότο. Θεωρώντας την εν λόγω πρόταση ως δώρον άδωρον, καθώς υπάρχουν πολύ λίγα τζαμιά στο νότο από ότι χριστιανικοί ναοί στο βορρά, και θα χρειάζονταν 500 τουλάχιστον χρόνια για να ανακαινιστούν οι 500 ναοί των κατεχομένων, ο Χρυσόστομος απέρριψε την αντιπρόταση. «Σε 500 χρόνια δεν θα έχει μείνει τίποτα για να ανακατασκευάσουμε…» λέει, και συμπληρώνει πως, «Η πολιτική των Τούρκων μοιάζει να είναι η χρονοτριβή, έτσι ώστε τα μνημεία να καταρρεύσουν από μόνα τους, με τον καιρό…».
Το ζήτημα της αποκατάστασης των ναών, και της τέχνης που εμπεριέχουν, είναι φλέγον, και η ανάγκη για κάτι τέτοιο είναι ήδη πειστική. Η απώλεια της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής ιστορίας της Κύπρου είναι τεράστια και ανυπολόγιστη. Μέχρι να επανενωθεί το νησί, κάτι που μπορεί να συμβεί σε 4 μήνες ή σε 4 δεκαετίες, οι δυο πλευρές θα συνεχίσουν να αποκλίνουν, με μια ξεκάθαρα τουρκική κουλτούρα να ριζώνει στο βορρά και μέσα στα χαλάσματα της ελληνικής του κληρονομιάς.
Ότι όμως και αν συμβεί στη Κύπρο, υπάρχει πάντα μια απόκοσμη και εύγλωττη ελπίδα όπως αυτή που εκφράστηκε από τον Απόστολο Παύλο σε μια επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου, περίπου την ίδια εποχή που ο συνεργάτης του Βαρνάβας ίδρυε την εκκλησία της Κύπρου: «Διότι γνωρίζουμε πως αν καταστραφεί το αντίσκηνο που αποτελεί το γήινο σπιτικό μας, έχουμε ένα κτίριο από τον Θεό, μια κατοικία που δεν φτιάχτηκε με τα χέρια, και που είναι αιώνια στους ουρανούς». Αυτή η φράση του Παύλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν βρίσκεσαι μέσα σε κάποιον ναό που αρχίζει να διαλύεται, ή αν κοιτάς προς τη πλευρά κάποιου ημικατεστραμμένου μωσαϊκού, πράγματα δηλαδή που κάποτε φτιάχτηκαν με σκοπό να διαρκέσουν…
antinews.gr