Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Η αποδόμηση του Ορσον Γουέλς


Το ψυχογράφημα του μεγάλου αμερικανού ηθοποιού και σκηνοθέτη γραμμένο σαν μυθιστόρημα από έναν έγκυρο ιστορικό του κινηματογράφου. Ο θρύλος και η απομυθοποίηση
.
Αυτάρεσκος, εγωπαθής, ξεροκέφαλος, επικίνδυνος, επιδειξιμανής, κακομαθημένος, χωρίς αρχές, άπληστος, επαγγελματίας κυνικός όπως πρέπει να είναι ένας κανονικός μάγος, άνθρωπος που πάντα μεταμορφωνόταν σε κύριο κάθε γεγονότος αφού εκείνο είχε λάβει χώρα. Οι εκφράσεις και οι χαρακτηρισμοί που ο συγγραφέας Ντέιβιντ Τόμσον χρησιμοποιεί για να φτιάξει το πορτρέτο του ιδιοφυούς ηθοποιού και σκηνοθέτη Ορσον Γουέλςστη βιογραφία «Rosebud, Η ζωή του Ορσον Γουέλς» όχι μόνο δεν είναι κολακευτικές αλλά ενίοτε σοκάρουν με την κυριολεκτικά ταπεινωτική τους διάθεση. Τουλάχιστον δύο φορές τον αποκαλεί «τσόγλανο»και την ίδια ώρα ο Τόμσον σχεδόν αναγκάζει τον αναγνώστη να λυπηθεί τον Ορσον Γουέλς, χρησιμοποιώντας φράσεις όπως εκείνη της Ζαν Μορό:«Μοιάζει τόσο πολύ με έκπτωτο βασιλιά... επειδή δεν υπάρχει βασίλειο στον κόσμο αρκετά καλό για τον Ορσον Γουέλς». ..

Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, το «Rosebud, Η ζωή του Ορσον Γουέλς» θυμίζει περισσότερο ψυχογράφημα του Ορσον Γουέλς γραμμένο ως μυθιστόρημα, παρά βιογραφία με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Ο Τόμσον, διακεκριμένος ιστορικός του κινηματογράφου, πρώην καθηγητής Κινηματογράφου, συνεργάτης έγκριτων εφημερίδων όπως ο «Guardian» και συγγραφέας πολλών βιογραφιών και άλλων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία και το μνημειώδες «Βiographical Dictionary of Film» (Βιογραφικό Λεξικό Κινηματογράφου), αποπειράται μια προσωπική κατάθεση σκέψεων (που ορισμένες φορές θυμίζει επίθεση) για έναν μύθο που δεν πρόκειται ποτέ να σβήσει και που έχει επηρεάσει όσο λίγοι την πορεία και την εξέλιξη της Εβδομης Τέχνης. Δεν βρήκα και τόσο επιτυχημένη την ιδέα των σποραδικών συζητήσεων του συγγραφέα με έναν φανταστικό εκδότη (τι νόημα έχει;), αλλά χάρηκα τις πολύτιμες πληροφορίες και τα αληθινά περιστατικά που σε βοηθούν να διαμορφώσεις γνώμη για τον χαρακτήρα αυτής της μυστηριώδους προσωπικότητας.«Κανείς άλλος Αμερικανός δεν είχε την ελευθερία που είχε ο Ορσον Γουέλς και κανείς άλλος δεν αντλούσε τόσο πολλή χαρά από αυτό»παρατηρεί ο Τόμσον. «Ηταν βίαιος σε πάρα πολλά,στο να μιλάει άγρια στους άλλους, στο φαγητό, στη δουλειά, στις γυναίκες».

Βουλιμική, τυχοδιωκτική ιδιοφυΐα
Από παιδί ακόμη ο κατά Τόμσον Τζορτζ Ορσον Γουέλς που γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1915 στην Κενόσα του Γουισκόνσιν (μια πολίχνη 80 χιλιόμετρα βόρεια του Σικάγο) είχε στο αίμα του την πρόκληση. Γεννήθηκε πέντε κιλά και συνέχισε να παίρνει υπερβολικό βάρος ως τον θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου του 1985 στο Χόλιγουντ, το μέρος που τον αγάπησε και τον μίσησε, τον αποθέωσε και τον απέρριψε όσο κανένα άλλο. Στη Σχολή Τοντ έγινε διάσημος επειδή καταβρόχθιζε τεράστιες ποσότητες γλυκών, τουρτών και άλλων εδεσμάτων. «Ακόμη τρως;»τον ρωτούσαν. «Ακόμη πεινάω!»απαντούσε. Από τα 14 όμως άρχισε να παίζει θέατρο και ρόλοι όπως ο Φάουστ, ο Ανδροκλής, ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ αλλά και η Παρθένος Μαρία εμπλουτίζουν τις πρώτες ερασιτεχνικές προσπάθειές του.
Τυχοδιωκτικός τύπος από την εφηβεία του, παράτησε τα πάντα για να ανακαλύψει την Ιρλανδία, όπου σε ηλικία 16 ετών έπαιξε θέατρο δίπλα στον καταξιωμένο ηθοποιόΜάικλ Μακ Λιαμόιρ.Υστερα από ένα πέρασμα στην Ισπανία, επέστρεψε στην Αμερική. Ο μεγάλος αδελφός του έγκλειστος στο ψυχιατρείο, η οικογένειά του διαλυμένη και ο Ορσον 18 χρόνων βυθισμένος στον κόσμο του θεάτρου. Δέχθηκε καλές κριτικές ερμηνεύοντας Μερκούτιο στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ (δίπλα σε έναν 40χρονο Μπέιζιλ Ράθμποουν ως Ρωμαίο). Η παράσταση αυτή υπήρξε κομβική για το μέλλον του Γουέλς, γιατί τον πρόσεξε οΤζον Χάουσμαν, ένας 32χρονος φέρελπις σκηνοθέτης και παραγωγός του νεοϋορκέζικου θεάτρου. Η σχέση του Γουέλς με τον Χάουσμαν, με τον οποίο ίδρυσε τον θρυλικό Θίασο Μέρκιουρι, απ΄ όπου επί της ουσίας αρχίζει η καριέρα του πρώτου (εμπνεύστηκαν τον τίτλο από ένα περιοδικό δίπλα στο τζάκι), ήταν αντάξια σαιξπηρικού έργου όπου«η αδερφική αγάπη και η προδοσία γίνονται κουβάρι».Ο ίδιος ο Γουέλς θεωρούσε κορυφαία στιγμή της καριέρας του το ότι με τον Θίασο Μέρκιουρι κατάφερε να ανεβάσει «Μάκβεθ» στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης με μαύρο ηθοποιό. Ο Χάουσμαν, που θα γνώριζε την προσωπική αναγνώριση στη δεκαετία του ΄70 με τον ρόλο του αυστηρού αλλά ανθρώπινου καθηγητή πανεπιστημίου στην ταινία και στη σειρά «Χάρτινες χειροπέδες», ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που (σύμφωνα με τον συγγραφέα) αναγνώρισαν ότι η κατάθλιψη του Γουέλς ήταν συστατικό ενός κεφάτου παιδιού-θαύματος.

Μέρες ραδιοφώνου, ψήγματα μικροψυχίας
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Τόμσον είναι ότι αυτό που είδε ο Γουέλς στον κινηματογράφο ήταν μια μαγεία πολύ πιο συγγενή με το ραδιόφωνο παρά με το θέατρο. Πράγματι, το ραδιόφωνο έπαιξε τεράστιο ρόλο στην άνοδο και στην ωρίμανση του Ορσον Γουέλς, παρ΄ ότι κάποιοι, όπως ο Ερνεστ Χεμινγκγουέι, είχαν σοβαρές ενστάσεις για τη φωνή του Γουέλς (ο Χεμινγκγουέι ζήτησε να μη σπικάρει ο Γουέλς ένα κεί μενό του για το ντοκυμαντέρ «Τούτη τη γη της Ισπανίας» επειδή«κάθε φορά που ο Ορσον αρθρώνει τη λέξη “πεζικάριοι”,ακούγεται σαν να στραβοκαταπίνει ένας πούστης»). Ωστόσο ο πρώτος θρίαμβος του Γουέλς ήταν αποτέλεσμα ραδιοφωνικής παράστασης. Ο «Πόλεμος των Κόσμων» μεταδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1938, την ημέρα της γιορτής του Ηalloween (γιορτή των Αγ. Πάντων) και ήταν τόσο πειστική η απόδοση του κειμένου τουΧέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς από τον Ορσον Γουέλς που ο κόσμος πίστεψε ότι είχαν όντως προσγειωθεί Αρειανοί στη Γη εξολοθρεύοντας τους κατοίκους της. Οι πολίτες πήραν τους δρόμους σε κατάσταση πανικού αναζητώντας καταφύγια, κάποιοι βρέθηκαν στα πρόθυρα καρδιακού επεισοδίου, το CΒS απ΄ όπου έγινε η μετάδοση απειλήθηκε με μηνύσεις και την επομένη εφημερίδες όπως η «Νew Υork Daily Νews» και οι «Τimes» της Νέας Υόρκης είχαν πρωτοσέλιδα με τίτλους όπως «Ραδιοφωνικός πόλεμος-απάτη ξεσηκώνει τρόμο στις ΗΠΑ» και «Ακροατές σε πανικό εκλαμβάνουν πολεμικό δράμα για πραγματικότητα». Το επεισόδιο, που αναλύεται εξονυχιστικά στο βιβλίο του Τόμσον, υπήρξε το εισιτήριο του Γουέλς για το Χόλιγουντ, παρ΄ ότι την επομένη του συμβάντος ο Γουέλς αντιμετώπισε με αλαζονεία και εμπαιγμό την αντίδραση του κόσμου σε συνέντευξη Τύπου που αναγκάστηκε να παραχωρήσει. Κατά τον συγγραφέα όμως η επιτυχία του «Πολέμου των Κόσμων» στο ραδιόφωνο έβγαλε στην επιφάνεια και τα πρώτα δείγματα μικροψυχίας του Γουέλς, τα οποία αργότερα θα έγραφαν Ιστορία με την περίπτωση τουΧέρμαν Μάνκιεβιτς, σεναριογράφου του «Πολίτη Κέιν». Συγκεκριμένα, ο Γουέλς προσπάθησε να καρπωθεί τη δουλειά του σεναριογράφου του «Πολέμου των Κόσμων» Χάουαρντ Κοχλέγοντας ότι η ιδέα της εκπομπής και το μεγαλύτερο μέρος της επεξεργασίας και της εκτέλεσής της ήταν δικό του.

Το γεγονός είναι ότι, 23 μόλις χρόνων τότε, ο Γουέλς είχε ήδη αρχίσει να προκαλεί το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ. Αρνήθηκε μάλιστα την πρόταση τουΝτέιβιντ Ο.Σέλζνικνα παίξει τον ρόλο τουΛούντβιχ Βαν Μπετόβεν . Και το αξιοθαύμαστο με το βιβλίο είναι ότι βρίσκεσαι μόλις στη σελίδα 151 (από τις 516) και έχουν γίνει όλα τα προαναφερθέντα. Τόσο πλούσια ζωή, γεμάτη εμπειρίες και εναλλαγές εικόνων, δεν μπορεί να μην είναι αξιοζήλευτη. Και δεν έχουμε καν φθάσει ακόμη στον «Πολίτη Κέιν», εκεί όπου ακούγεται η μυστηριώδης λέξη «rosebud» (ροδανθός) που στολίζει τον τίτλο του βιβλίου.

Ο «Πολίτης Κέιν» και ο κλέφτης δημιουργός

Στο δεύτερο και πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Εν λευκώ» ο Τόμσον ρίχνει φως στην περίοδο 1939-1942, το διάστημα κατά το οποίο ο Γουέλς έγινε«το πιο απείθαρχο παιδί, άξιο επιπλήξεων και τιμωριών,αλλά και ο σημαντικότερος και αυθεντικότερος όλων των ανθρώπων του σινεμά της Αμερικής». Το πρώτο κινηματογραφικό σχέδιό του ήταν η «Καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ, που 40 χρόνια αργότερα επρόκειτο να γυρίσει ο Φράνσις Κόπολα στο «Αποκάλυψη τώρα!». Ο Τόμσον παραλληλίζει τον Κουρτς του Κόνραντ με τον Τσαρλς Φόστερ Κέιν που θα υποδυόταν ο ίδιος ο Γου έλς στο αριστούργημά του «Πολίτης Κέιν», που έμελλε τελικά να είναι η πρώτη του ταινία. Το σημαντικότερο τμήμα της βιογραφίας του Τόμσον δεν θα μπορούσε βέβαια παρά να είναι όλο το δυσάρεστο αλλά και μαγικό παρασκήνιο της δημιουργίας του «Κέιν». Η γνωριμία του Γουέλς με τον έκπτωτο τότε συγγραφέα Χέρμαν Μάνκιεβιτς υπήρξε δημιουργική αλλά έκλεισε άδοξα όταν ο Γουέλς άρχισε να διαδίδει σε συνεντεύξεις ότι ο ίδιος είχε γράψει το σενάριο του «Πολίτη Κέιν» ή ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν δύο σενάρια. Η αλήθεια είναι ότι το σενάριο της ταινίας γράφηκε σε μια καλύβα της ερήμου Μοχάβι από τον Μάνκιεβιτς και τον παλιό συνεργάτη του από τον Θίασο Μέρκιουρι, τον Τζον Χάουσμαν, τον οποίο ο Γουέλς είχε καλέσει και πάλι κοντά του.«Γιατί όμως ο Γουέλς τον χρειάστηκε ξανά, αφού οι σχέσεις τους είχαν κοπεί οριστικά έπειτα από έναν θυελλώδη καβγά στο πατάρι του Τσέισεν;»αναρωτιέται ο Τόμσον: μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι τα χρόνια του στον Θίασο Μέρκιουρι είχαν δείξει στον Γουέλς πόσο θαυμάσιος επιμελητής κειμένων ήταν ο Χάουσμαν. Ή μήπως επειδή ο Γουέλς, δαιμόνιος καθώς ήταν, προέβλεψε ότι ο Μάνκιεβιτς και ο ίδιος θα μπορούσαν να εμπλακούν σε έναν καταστροφικό ανταγωνισμό; Οπου και αν βρίσκεται η αλήθεια, ο Μάνκιεβιτς απεκάλεσε αργότερα τον Γουέλς«ενήλικο εγκληματία και κλέφτη τίτλων που ξεκίνησε με τον “Πόλεμο των Κόσμων” και συνεχίζει με ακάθεκτη σταθερότητα». Στην υπόθεση έμπλεξαν δικηγόροι και νομικές υπηρεσίες, γεγονός που φόρτωσε την ταινία με ακόμη περισσότερα προβλήματα πέραν του βασικότερου, που ήταν η αντίδραση του εκδότη Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ,τον οποίο ο Γουέλς στην ταινία «φωτογραφίζει» ως Τσαρλς Φόστερ Κέιν. Ο πόλεμος που άνοιξε ο Χερστ εναντίον της ταινίας είχε αποτελέσματα και ο Τόμσον μάς θυμίζει ότι έναν χρόνο μετά την έναρξη των προβολών στις αίθουσες ο «Πολίτης Κέιν» αποσύρθηκε ζημιωμένος κατά 150.000 δολάρια.

Η επιτυχία της νιότης, η παρακμή των γηρατειών

«Ξεκίνησα από την κορυφή και κατρακύλησα» είπε κάποτε ο Ορσον Γουέλς μιλώντας για την καριέρα του. Ο «Πολίτης Κέιν» επρόκειτο να θεωρηθεί μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, αλλά ο Γουέλς δεν θα ξέφευγε από τη σκιά του. Καμία από τις επόμενες ταινίες του (αρκετές έμειναν ανολοκλήρωτες) δεν επρόκειτο να φθάσει την αξία του «Κέιν», ενώ οι διαρκείς διαμάχες του με τα στούντιο τον ανάγκασαν να φύγει από την Αμερική, «αφήνοντας να πλανάται η φήμη ότι η Αμερική τον έδιωξε»,σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Τόμσον. Κάνοντας «βουτιές» στα πλατό των ταινιών του Γουέλς- τους «Υπέροχους Αμπερσον», την «Κυρία από τη Σανγκάη», τον «Μάκβεθ», τον «Οθέλλο», τον «Αρχοντα του τρόμου», τη «Δίκη»- ο Τόμσον δίνει στον αναγνώστη μια εικόνα από το πώς η θεαματική επιτυχία της νιότης ακολουθήθηκε από μια αργόσυρτη καμπύλη ξεπεσμού. Το τρίτο μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Δίκαιη τιμωρία» και αναφέρεται στα χρόνια 1942-1958, ενώ το τελευταίο, «Ξαναντού», αρχίζει το 1958 και τελειώνει το 1985, χρονιά θανάτου του Ορσον Γουέλς. Εξίσου ενδιαφέρουσα άποψη για την κατάρρευση του Γουέλς έχει η άποψη του συγγραφέα για την ιδιότροπη, ρομαντικά αρνητική στάση του απέναντι στις οικονομικές δοσοληψίες.

«Ο Γουέλς πίστευε ότι τα οικονομικά πρέπει να τα διεκπεραιώνουν μόνον εκείνοι που πιστεύουν στο χρήμα» λέει ο Τόμσον.«Θα το θεωρούσε προσβολή για τον ίδιο αν διέθετε επιχειρηματικό πνεύμα,πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί φιλί του θανάτου για έναν άνθρωπο του κινηματογράφου στην Αμερική». Βέβαια, το χιούμορ του συγγραφέα γίνεται ενίοτε κρύο όποτε θέλει να γίνει «κακός» απέναντι στον Γουέλς:«Ο Γουέλς με τον διευθυντή του ξενοδοχείου Κάρλτον, στις Κάννες- παζαρεύοντας, ίσως,τον λογαριασμό;»αναφέρει σε μια από τις λεζάντες της φτωχής σε φωτογραφικό υλικό βιογραφίας.

Η Ρίτα και οι άλλες
Σε πολλά σημεία του βιβλίου ο Τόμσον πιθανολογεί παραθέτοντας δικές του εκδοχές της αλήθειας.«Τα παιδιά της ηλικίας του θα πρέπει να ανατρίχιαζαν με τον Ορσον και να τον απέφευγαν...»λέει για τα παιδικά χρόνια του ηθοποιού.«Είναι πιθανόν κατά καιρούς να του έλεγαν οι γονείς του “μη βωμολοχείς με τον Βέρντι ή τον Βιβάλντι” ή “όχι,μην παίζεις στο χιόνι με αυτά τα ρούχα”»γράφει όταν αποπειράται να φανταστεί την προβληματική σχέση του νεαρού Ορσον με τον αλκοολικό πατέρα και την ασθενική μητέρα του.

«Στο Μεξικό»,αναφέρει πολλές σελίδες αργότερα,«ξεφυλλίζοντας ένα παλιό τεύχος του “Life”,ο Γουέλς θα πρέπει να είδε μια φωτογραφία της εκθαμβωτικής Ρίτα Χέιγουορθ να γονατίζει πάνω σ΄ ένα κρεβάτι.“Να κάτι που πρόκειται και εγώ να κάνω!”είπε».

Ασφαλώς η Ρίτα Χέιγουορθ που τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε και εν ίσως εν τέλει να τον μίσησε έχει τη «μερίδα του λέοντος» στις γυναίκες του Γουέλς. Η παρουσία της υποσκελίζει την πρώτη σύζυγό του Βιρτζίνια Νίκολσον, την τρίτη του Πάολα Μόρικαι τις εφήμερες σχέσεις του με τις μπαλαρίνεςΒέρα Ζορίνα καιΤαμάρα Τουμάνοβα, την ιρλανδή ηθοποιόΤζεραλντίν Φιτζέραλντ , την ηθοποιόΝτολόρες ντελ Ρίοκαι την τραγουδίστριαΕλενα Χορν, η οποία τον απέρριψε στέλνοντάς τον στην αγκαλιά της Χέιγουορθ. Ο Τόμσον αποκαλεί τη Χέιγουορθ«καλογυαλισμένο πολεμικό υπερόπλο,ικανό να προκαλέσει την απόλυτη καταστροφή,καθώς το χαμόγελό της σε όλες τις φωτογραφίες προϊδέαζε με κραυγαλέο τρόπο για το είδος της ανταμοιβής που θα περίμενε τον υποψήφιο “φονιά” της».

«Τις γυναίκες τις έπαιρνε σαν να ήθελε να αποφύγει να σχετιστεί μαζί τους»γράφει ο Τόμσον για τη σχέση του Γουέλς με το ασθενές φύλο, αποκαλώντας μάλλον φτηνά τον Γουέλς «γαμίκο». «Δεν τις γνώριζε και δεν ενδιαφερόταν γι΄ αυτές. Είμαι πεπεισμένος ότι ο νεαρός Γουέλς δεν αγάπησε ποτέ κάποια γυναίκα».

Ανεξάρτητα από το αν όλα αυτά τα γεγονότα στηρίζονται στην πραγματικότητα ή όχι, ο Τόμσον ξέρει να πλάθει εικόνες και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι καίριος στις παρατηρήσεις του για τον Γουέλς: «Ηταν ένας άνθρωπος που λάτρευε το αθώο κοινό και αργότερα κατάφερε να αποκοπεί ολοκληρωτικά από αυτό».


tovima