Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα

,
Ο Γιώργος Πίττας αποτυπώνει σε ένα νέο λεύκωμα τα αθηναϊκά κουτούκια που έγραψαν ιστορία
/
«Μες στην υπόγεια την ταβέρνα/ μες σε καπνούς και σε βρισές/ απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα/ όλη η παρέα πίναμε εψές...». Λογοτέχνες όπως ο Κώστας Βάρναλης, που έγραψε αυτούς τους στίχους, αλλά και εργάτες, ρεμπέτες, φοιτητές, πολιτικοί, έχουν κάνει σπονδή στην παραδοσιακή ταβέρνα με κεχριμπαρένια ρετσίνα, νόστιμο μεζέ και τραγούδι. (Φωτο:Βάρναλης, Τσίρκας, Παπαϊωάννου)
Κατεβαίνεις μερικά σκαλοπάτια ή περνάς την ξύλινη πόρτα και βρίσκεσαι σε έναν κόσμο διαφορετικό. «Εδώ οι άνθρωποι μιλούν με τη γλώσσα της ψυχής και όχι της λογικής. Πίνουν, μιλούν, τραγουδούν, γλεντούν, αδελφώνονται, αγαπούν, πονούν, υποφέρουν, θυμούνται, λυτρώνονται» σημειώνει ο Γιώργος Πίττας στο βιβλίο του «Η αθηναϊκή ταβέρνα», καρπό πολύχρονης έρευνας, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις «Ινδικτος»...

Ο συγγραφέας ξεκίνησε με ρομαντική διάθεση να αποτυπώσει με λόγο και με εικόνες χώρους που χάνονται. Με αμείωτο ενθουσιασμό -«έγραφα επί τόπου, πάνω στα χασαπόχαρτα των τραπεζιών» λέει χαρακτηριστικά- επέκτεινε την καταγραφή του σε όλες τις παλιές γειτονιές: από την Πλάκα, τη Νεάπολη, το Μεταξουργείο, ως το Παγκράτι, την Κυψέλη, την Καισαριανή, το Χαλάνδρι αλλά και τον Πειραιά. Κι ακόμα, μας παρασύρει σε ένα ταξίδι δύο αιώνων, καθώς αφηγείται την ιστορία της αθηναϊκής ταβέρνας, παράλληλα με τη ανάπτυξη της πρωτεύουσας:
«Πώς δηλαδή η ταβέρνα από ένα υγρό, στενόχωρο υπόγειο κτίσμα, με ξύλινα βαρέλια στο χωμάτινο δάπεδο, όπου πουλιόταν κρασί χύμα, εξελίχθηκε στο πέρασμα των δεκαετιών στη μήτρα της λαϊκής διασκέδασης, ειδικά τη δεκαετία '50-'60, και πώς τη δεκαετία της χούντας, αλλά και μετά, η διασκέδαση αυτή μετατράπηκε σε μια ξέφρενη επίδειξη πλούτου και κακού γούστου».
.
* Η ιστορία της αθηναϊκής ταβέρνας ξεκινάει με την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα της Ελλάδας, το 1834. Ενώ η βαυαρική αυλή πίνει μπίρα, η ταπεινή ρετσίνα ρέει στα λαϊκά στρώματα. Αρχικά οι ταβέρνες είναι χώροι όπου πουλιέται κρασί. Ο χώρος παρασκευής των εδεσμάτων δεν ξεχωρίζει από τον χώρο κατανάλωσης, ενώ η προετοιμασία και το μαγείρεμα γίνεται εμπρός στα μάτια των θαμώνων, μέσα σε ατμόσφαιρα πνιγμένη από την «κνίσα του ψησίματος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο γάλλος περιηγητής J. Ν. Abbot.
.
* Την εποχή εκείνη, παραμονή εκλογών πολλές ταβέρνες γίνονται κέντρα προεκλογικών συγκεντρώσεων: «Σε τέτοιες "σκηνογραφικές" ταβέρνες συναντάμε υποψηφίους δημάρχους, βουλευτές που χρησιμοποιούν με το αζημίωτο τραμπούκους (από την ονομασία μάρκας πούρων "Trabukos", που ελάμβαναν ως φιλοδώρημα οι πληρωμένοι οπαδοί για τη συμμετοχή τους στις προεκλογικές εκδηλώσεις) από τις περιοχές του Ψυρρή, της Πλάκας, του Μεταξουργείου και της Βάθη».
.
* Μέχρι το 1922 στις περισσότερες ταβέρνες της Αθήνας οι μουσικοί παίζουν δημοτικά τραγούδια, όμως οι Μικρασιάτες φέρνουν έναν άλλο τρόπο διασκέδασης και η ορχήστρα, στημένη στο κέντρο του καταστήματος, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Το άρωμα της ανατολής δίνει τη σκυτάλη στους μπουζουκομπαγλαμάδες όταν αρχίζει να αναδύεται το ρεμπέτικο τραγούδι. «Μάγκες, νταήδες, λαθρέμποροι, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες» κυριεύουν τις ταβέρνες.
«Κάθε βράδυ έπεφταν πιστολιές και μαχαιριές -χώρια τα αλλα» διηγείται ένας από τους υπαλλήλους της ταβέρνας του Σαραντόπουλου. «Ολοι οι σερβιτόροι και ο Σαραντόπουλος οπλοφορούσαμε, ενώ ήλθε καιρός που μέσα στο μαγαζί υπήρχανε πάνω από 15 πιστόλια. Αν, χωρίς να το θέλεις, γύριζες το κεφάλι και κοίταζες κάποιον, μπορούσε να γίνει σε δυο λεπτά φονικό άγριο».
...
* Οπως υπογραμμίζει ο Γ. Πίττας για πολλά χρόνια οι ταβέρνες ήταν χώρος όπου οι μάγκες έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός. Ο ίδιος ήταν 16 ετών όταν «βαπτίσθηκε» σε ένα τέτοιο κουτουκάκι: «Εγινα φίλος του κρασιού και της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας της ταβέρνας. Ενιωθα ότι εκεί ο άνθρωπος διαστέλλεται και μοιράζεται πράγματα με άλλους», μας λέει. Ταυτόχρονα έμαθε και τους άρρητους κώδικες συμπεριφοράς: «Μια φορά άρχισα να φωτογραφίζω σε ένα λαϊκό καπηλειό, χωρίς να έχω φροντίσει να γνωρίσω πρώτα τον ταβερνιάρη. Ξαφνικά, σηκώνεται ένας μάγκας και μου λέει: "Παλληκαράκι, ακούμπησε το καρουλάκι, ατάκα και επί τόπου! Κι αν έχω πει στη γυναίκα μου ότι έχω πάει μετανάστης στη Γερμανία;"... Από τότε πριν μπω σε κάθε ταβέρνα ρωτούσα σχολαστικά αν ενοχλώ».
* Ο συγγραφέας τρυπώνει σε στέκια της Αθήνας και του Πειραιά που έχουν αφήσει εποχή. Ξεχωριστά, καταγράφει την ιστορία από 30 ταβέρνες, σαν σενάριο για κινηματογραφική ταινία. Ορισμένες ανήκουν πλέον στην ιστορία. Οπως ο «Απότσος», που έθρεψε γενιές αλλά και τον βασιλιά Κωνσταντίνο, όταν το 1920 επέστρεψε από την εξορία. «Η ταβέρνα του Θεόφιλου» στην Πλάκα με το πιο αριστοκρατικό ζευγάρι για ιδιοκτήτες: ο Θεόφιλος, όμοιος με εγγλέζο τζέντλεμαν, και η γυναίκα του, Ιώ, που άφησε τη σκηνή του Αττίκ για να σερβίρει φασολάδα.
.
Τραγουδώντας ρεμπέτικα και αντάρτικα
Υπάρχουν, όμως, και πολλά άλλα στέκια που συνεχίζουν, τη δράση τους. Το «Ειδικόν», στα Ταμπούρια, που κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης, έχει περίτεχνα ράφια μπακάλικου και τρία μεγάλα παλιά ψυγεία. Κι ακόμα, το «Στέκι του Αρτέμη», στον Πειραιά, συγκεντρώνει τους μερακλήδες της περιοχής, ενώ προς το μεσημέρι προστίθεται ένα μπουζούκι.
«Η ταβέρνα, σε μια ιστορική πορεία έθρεψε και ανέπτυξε τα πιο χαρακτηριστικά πολιτιστικά αγαθά του ελληνισμού» σημειώνει ο Γ. Πίττας. «Εδώ άνθισε η καντάδα, ανδρώθηκε το ρεμπέτικο, τραγουδήθηκαν τα αντάρτικα. Στην ταβέρνα πρωτογλέντησαν οι ξεσπιτωμένοι Μικρασιάτες, βρήκαν καταφύγιο οι απόκληροι, χάρηκαν οι παλαιοί Αθηναίοι τις Απόκριες και τον Καρνάβαλο, σφυρηλατήθηκε η αντιδικτατορική συνείδηση των νέων στην περίοδο της χούντας, ακούστηκαν τα τραγούδια του Θεοδωράκη, έμαθαν οι νεολαίοι του 1980 να τραγουδούν τα αθάνατα ρεμπέτικα».
Δύο παραρτήματα διανθίζουν την έκδοση. Το πρώτο με θέμα «Η ταβέρνα στον Ελληνικό Κινηματογράφο» και το δεύτερο «Εγραψαν για την ταβέρνα», με αφηγήσεις των Γιώργου Ζαμπέτα, Σωτηρίας Μπέλλου, Μέντη Μποσταντζόγλου κ.ά. *

enet